GDPR - Γενικοί κανόνες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων

Ο «Γενικός Κανονισμός για την προστασία των προσωπικών δεδομένων», γνωστός και ως «GDPR», άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις και οργανισμοί συλλέγουν, επεξεργάζονται και διαχειρίζονται προσωπικά δεδομένα κάθε μορφής. Ο GDPR καθορίζει σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται, αποθηκεύονται, διαγράφονται, μεταβιβάζονται και εν γένει επεξεργάζονται τα προσωπικά μας δεδομένα και κυρίως, με ποιον τρόπο μπορούμε να τα προστατεύουμε. Στόχος είναι να δοθεί στους πολίτες της ΕΕ ο έλεγχος των προσωπικών τους δεδομένων. Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένα από τα δικαιώματα που έχει κάθε πολίτης σε περίπτωση που γίνεται συλλογή ή επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων.

Οι κανόνες της ΕΕ για την προστασία δεδομένων εγγυώνται την προστασία των προσωπικών σας δεδομένων οποτεδήποτε αυτά συγκεντρώνονται. Οι κανόνες αυτοί ισχύουν για επιχειρήσεις και φορείς (ιδιωτικούς ή δημόσιους) που έχουν την έδρα τους τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ και προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες εντός της ΕΕ, κάθε φορά που οι εν λόγω επιχειρήσεις ή φορείς ζητούν ή επαναχρησιμοποιούν τα προσωπικά δεδομένα πολιτών της.

Ειδικότερα, στους κανόνες της ΕΕ για την προστασία δεδομένων, γνωστοί και ως «γενικός κανονισμός της ΕΕ για την προστασία δεδομένων» (ΓΚΠΔ), περιγράφονται διαφορετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις ή οι φορείς επιτρέπεται να συγκεντρώνουν ή να επαναχρησιμοποιούν πληροφορίες που αφορούν έναν πολίτη:

  • εφόσον έχει συνάψει σύμβαση μαζί τους
  • εφόσον συμμορφώνονται με νομική υποχρέωση, όταν, δηλαδή, η επεξεργασία των δεδομένων αποτελεί νομική υποχρέωση.
  • εφόσον η επεξεργασία των δεδομένων εξυπηρετεί τα ζωτικά συμφέροντα του πολίτη
  • εφόσον αυτό απαιτείται για την ολοκλήρωση μιας δημόσιας αποστολής, που εντάσσεται κυρίως στα καθήκοντα δημόσιων υπηρεσιών
  • εφόσον υπάρχουν έννομα συμφέροντα

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η επιχείρηση ή ο φορέας οφείλει να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη (συγκατάθεση) προτού συγκεντρώσει ή επαναχρησιμοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα. Η συγκατάθεση αυτή θα πρέπει να δηλώνεται ρητώς και δεν αρκεί απλώς ο ενδιαφερόμενος να δείξει απλώς ότι δεν συμφωνεί, μαρκάροντας π.χ. την επιλογή ότι δεν θέλει να λαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα για σκοπούς εμπορικής προώθησης. Πρέπει να δηλώσει ρητώς ότι συμφωνεί με την αποθήκευση/επαναχρησιμοποίηση των δεδομένων του για τον σκοπό αυτόν. Προτού, μάλιστα, δώσει την συγκατάθεσή του, η επιχείρηση ή ο φορέας που ζητά την συγκατάθεση για την συγκέντρωση και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, οφείλει να σας δώσει ορισμένες πληροφορίες, και ειδικότερα πληροφορίες σχετικά με την επιχείρηση/τον φορέα που θα επεξεργαστεί τα δεδομένα, μεταξύ άλλων τα στοιχεία επικοινωνίας, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων (ΥΠΔ), εάν υπάρχει, ο λόγος για τον οποίο η επιχείρηση/ο φορέας θα χρησιμοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα, το διάστημα για το οποίο πρόκειται να φυλάσσουν τα προσωπικά δεδομένα, λεπτομερή στοιχεία κάθε άλλης επιχείρησης ή φορέα που θα λάβει τα προσωπικά δεδομένα, καθώς και πληροφορίες για τα δικαιώματά του σχετικά με την προστασία των δεδομένων (πρόσβαση, διόρθωση, διαγραφή, καταγγελία, ανάκληση της συγκατάθεσης). Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να παρέχονται με σαφή και κατανοητό τρόπο.

Παράλληλα, προβλέπεται, ότι στην περίπτωση που κάποια στιγμή κάποιος πολίτης έδωσε τη συγκατάθεσή του σε επιχείρηση ή φορέα να χρησιμοποιεί τα προσωπικά του δεδομένα, μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο επεξεργασίας των δεδομένων (το πρόσωπο ή τον φορέα που διαχειρίζεται τα προσωπικά του δεδομένα) και να ανακαλέσει την άδεια. Μόλις ανακαλέσει την άδεια, η επιχείρηση/ο φορέας δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί τα προσωπικά του δεδομένα. Έχει ακόμα το δικαίωμα να ζητήσει πρόσβαση στα προσωπικά του δεδομένα που διατηρεί μια επιχείρηση ή ένας φορέας, και έχει το δικαίωμα να λάβει αντίγραφο των δεδομένων του, δωρεάν, σε εύχρηστο μορφότυπο εντός ενός μηνός, ενώ η επιχείρηση ή ο φορέας οφείλει να δώσει αντίγραφο των προσωπικών του δεδομένων καθώς και κάθε συναφή πληροφορία σχετικά με το πώς χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιούνται τα δεδομένα αυτά, ενώ στην περίπτωση τα προσωπικά δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα ή χρησιμοποιούνται παράνομα, προβλέπεται το δικαίωμα της διαγραφής τους, κάνοντας άσκηση του «δικαιώματος στη λήθη».

Εάν κάποιος πολίτης θεωρεί ότι δεν τηρούνται τα δικαιώματά του σχετικά με την προστασία των προσωπικών του δεδομένων, μπορεί  να υποβάλει καταγγελία απευθείας στην εθνική σας αρχή προστασίας δεδομένων, η οποία θα διερευνήσει την καταγγελία και θα απαντήσει εντός χρονικού διαστήματος 3 μηνών, ενώ μπορεί να προσφύγει απευθείας στα δικαστήρια κατά της σχετικής επιχείρησης ή του φορέα που προέβη σε παραβίαση των δικαιωμάτων του και να διεκδικήσει αποζημίωση εάν έχει υποστεί ζημία, εξαιτίας του γεγονότος ότι μια επιχείρηση ή ένας φορέας δεν τήρησε τους κανόνες της ΕΕ για την προστασία δεδομένων.

Για περισσότερες πληροφορίες και νομικές συμβουλές, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας.